Ο Στιβ Γουίτκοφ με τον Βλαντίμιρ Πούτιν, 21η Οκτωβρίου 2026.

Η Ρωσία άργησε πολύ να εκπληρώσει τον ρόλο που της είχε ορίσει η απόφαση 2202 του Συμβουλίου Ασφαλείας [1] και να ξεκινήσει την ειδική στρατιωτική της επιχείρηση στην Ουκρανία.

Είναι αλήθεια ότι οι Γερμανοί και Γάλλοι εταίροι της, που είχαν επίσης οριστεί ως εγγυήτριες δυνάμεις των συμφωνιών του Μινσκ, δεν έκαναν απολύτως τίποτα.

Ο πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν είχε μάλιστα επιπλήξει τον ολιγάρχη Κονσταντίν Μαλοφέγιεφ, ο οποίος, στο όνομα της Αγίας Ρωσίας, είχε στρατολογήσει Κοζάκους για να βοηθήσει τους κατοίκους του Ντονμπάς, που σφαγιάζονταν από τους «ολοκληρωτικούς εθνικιστές» με την ευλογία του προέδρου Πέτρο Ποροσένκο. Είναι αλήθεια ότι ο Μαλοφέγιεφ, ιδιοκτήτης του ομίλου επικοινωνίας Tsargrad και μέρους του τηλεπικοινωνιακού ομίλου Rostelecom, είναι μοναρχικός και ενεργούσε για λογαριασμό ενός Μεγάλου Δούκα. Ο πρόεδρος του υπενθύμισε ότι σήμερα το γεγονός ότι διαθέτει κανείς μεγάλα μέσα δεν του επιτρέπει να υποκαθιστά το κράτος.

Ο Βλαντίμιρ Πούτιν επενέβη μόνο όταν οι ολοκληρωτικοί εθνικιστές σχεδίασαν μια στρατιωτική επιχείρηση μεγάλης κλίμακας, όχι μόνο στο Ντονμπάς, αλλά και κατά της Κριμαίας που είχε προσχωρήσει στη Ρωσική Ομοσπονδία [2]. Το έκανε βιαστικά, αναγνωρίζοντας τις δημοκρατίες του Ντονμπάς ως κυρίαρχα κράτη, στις 21 Φεβρουαρίου 2022, πριν ακόμη το Κρεμλίνο προλάβει να προμηθευτεί τις σημαίες της Λαϊκής Δημοκρατίας του Ντονέτσκ και της Λαϊκής Δημοκρατίας του Λουγκάνσκ.

Ο στρατιωτικός στόχος που είχε τότε θέσει ήταν η απελευθέρωση του συνόλου αυτών των περιοχών· στόχο που θα έπρεπε να επιτύχει τις επόμενες εβδομάδες. Μόνο επειδή οι Δυτικοί εφοδίασαν τους Ουκρανούς με όπλα και ο πόλεμος παρατάθηκε, ο Βλαντίμιρ Πούτιν εξέτασε το ενδεχόμενο να απελευθερώσει και τη Νοβοροσία· νέο στόχο που θα έπρεπε επίσης να επιτύχει τους επόμενους μήνες.
Όπως και να έχει, ο Ντόναλντ Τραμπ διαδέχθηκε τον Τζο Μπάιντεν. Σε αντίθεση με εκείνον, δεν είχε κανένα ιδιωτικό συμφέρον σε αυτή τη σύγκρουση. Επιχείρησε λοιπόν να τη τερματίσει, επιπλήττοντας δημοσίως τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι, στις 28 Φεβρουαρίου 2025, στον Λευκό Οίκο. Αλλά εκείνος, στηριζόμενος σε μεγάλο βαθμό από τον διεθνή Τύπο, κατάφερε να κάνει τους πάντες να ξεχάσουν ότι δεν ήταν πλέον παρά ένας απατεώνας εδώ και εννέα μήνες, δηλαδή από το τέλος της θητείας του, τον Μάιο του 2024, και να μεταστρέψει τις δυτικές κοινές γνώμες υπέρ του.

Ο Ντόναλντ Τραμπ πρότεινε αρκετούς κύκλους διαπραγματεύσεων, κανένας από τους οποίους δεν κατέληξε σε αποτέλεσμα. Ο Ζελένσκι πιάστηκε επ’ αυτοφώρω, αλλά μετακύλισε διαδοχικά την ευθύνη στον διευθυντή της διοίκησής του, Αντρίι Γερμάκ, και στη συνέχεια στην αντικαταστάτριά του, Μαρία Βιτουσόκ. Κατάφερε να πνίξει τις υποθέσεις διαφθοράς της ομάδας του, ιδίως την υπόθεση Midas, ακόμη και τον ρόλο του ίδιου του επιχειρηματικού του εταίρου, Τιμούρ Μιντίτς, στο σκάνδαλο Τζέφρι Επστάιν.

Ωστόσο, λόγω της ατιμωρησίας, ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι έφτασε στο σημείο να συμμαχήσει με τα μεξικανικά καρτέλ ναρκωτικών που ο πρόεδρος Τραμπ είχε χαρακτηρίσει «ξένες τρομοκρατικές οργανώσεις» και κατά των οποίων διεξήγαγε ανελέητο πόλεμο [3]. Μέσα σε λίγες εβδομάδες, στη Λατινική Αμερική, οι έμποροι ναρκωτικών επιτέθηκαν στις αστυνομικές δυνάμεις και στους άνδρες της Υπηρεσίας Δίωξης Ναρκωτικών (DEA). Κατάφεραν να παρακολουθούν τις μεταφορές ναρκωτικών μέσω των μεξικανο-ΗΠΑκιακών συνόρων και δολοφόνησαν ΗΠΑκιακούς αξιωματούχους. Στο μεταξύ, τα ναρκωτικά τους διατίθενται ελεύθερα στην ΕΕ, όπου εισέρχονται χωρίς κίνδυνο μέσω των ουκρανικών συνόρων.

Έτσι ο πρόεδρος Τραμπ σήμανε το τέλος του παιχνιδιού. Έστειλε τον ειδικό απεσταλμένο του Στιβ Γουίτκοφ στην Ουκρανία, στη συνέχεια στη Νορβηγία με τους Ευρωπαίους, και τέλος στη Ρωσία. Ο συνεργάτης του, Τζάρεντ Κούσνερ, παρακολούθησε τις επαφές μέσω τηλεδιάσκεψης. Ο νεαρός άνδρας έκανε δουλειές κάπου και βρέθηκε αιφνιδιασμένος από τη δημοσίευση ενός βιβλίου που κατήγγειλε τις δικές του μηχανορραφίες [4].

Ταυτόχρονα, ο Έλον Μασκ, έχοντας διαπιστώσει ότι ο ουκρανικός στρατός χρησιμοποιούσε την πρόσβασή του στο Starlink, κατά παράβαση της σύμβασής του, για επιθετικές ενέργειες, περιόρισε την ταχύτητα του δικτύου στην Ουκρανία. Επικριθείς για αυτή την απόφαση, αναδημοσίευσε μια ανάρτηση του Βολοντίμιρ Ζελένσκι που καυχιόταν ότι χρησιμοποιεί αυτό το δίκτυο για να επιτίθεται στη Ρωσία [5].

Ο Ντμίτρι Μενβέντεφ, ο πρώην πρόεδρος της Ρωσίας και νυν γραμματέας του Συμβουλίου Ασφαλείας της χώρας του, δημοσίευσε έναν κατάλογο των προβλημάτων που δημιούργησε στον Τραμπ ο «ναρκομανής του Κιέβου» [6].

“1. Υποστήριζε πάντα και παντού ανοιχτά τον γέρο Μπάιντεν.
2. Αρνήθηκε να διαβιβάσει στον Τραμπ πραγματικά στοιχεία που θα έπλητταν τον αντίπαλό του στις προηγούμενες εκλογές.
3. Με ενοχλητική επιμονή — σαν μια μεγάλη πράσινη μύγα που έπεσε στο μέλι — και με χυδαίο τόνο, απαίτησε από τον Τραμπ χρήματα και οπλισμό για να διεξαγάγει τον πόλεμο κατά της Ρωσίας.
4. Χειραγώγησε τους Ευρωπαίους ηγέτες, στρέφοντάς τους καθημερινά κατά του Τραμπ και της ομάδας του.
5. Επανειλημμένα απέρριψε τον Τραμπ και τους συνεργάτες του που του υπέβαλαν διάφορες προτάσεις για διαπραγματεύσεις σχετικά με τη σύγκρουση.
6. Αγνόησε τον ΗΠΑκιακό παράγοντα, αρνούμενος να σταματήσει τις επιθέσεις του κατά των ρωσικών διυλιστηρίων, και αγνοώντας τα επιχειρήματα του Τραμπ σχετικά με τον αντίκτυπο αυτών των ενεργειών στις παγκόσμιες τιμές των πετρελαιοειδών καθώς και στην κατάσταση στις ΗΠΑ την παραμονή των εκλογών.
7. Με την απερίσκεπτη συμπεριφορά του, οδήγησε τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ στα πρόθυρα μιας παγκόσμιας πυρηνικής σύγκρουσης με τη Ρωσία.
8. Καταχράστηκε αναίσχυντα — μαζί με τους συνεργάτες του, όπως ο φυγάς Μιντίτς ή ο Γερμάκ (που έκτοτε έπεσε σε δυσμένεια) — τα αμερικανικά κονδύλια που του κατέβαλλε γενναιόδωρα ο γέρος Μπάιντεν για τον πόλεμο· συνέχισε να αντλεί από ό,τι απέμενε από αυτά τα ποσά ακόμη και υπό την κυβέρνηση Τραμπ.
9. Συνήψε δεσμούς με τα μεξικανικά καρτέλ — που ο Τραμπ μισεί —· αυτά έστελναν τους εκτελεστές τους στην Ουκρανία για να μάθουν να χρησιμοποιούν drones, αμείβοντας τον «ναρκομανή του Κιέβου» με χρήματα από την πώληση παράνομων ουσιών στις ΗΠΑ.
10. Αντί να λάβει υπόψη τη θέση της Ουάσιγκτον, άσκησε εκβιασμό κατά των ΗΠΑ, επικαλούμενος την απειλή μιας ήττας στην Ουκρανία και επισείοντας το φάσμα καταστροφικών συνεπειών για ολόκληρη τη Δύση.”

Είναι σαφές ότι αυτή τη φορά δεν θα υπάρξει πλέον διαφυγή.

Ο Γιούρι Ουσάκοφ, πρώην πρεσβευτής της Ρωσίας στην Ουάσιγκτον και νυν σύμβουλος του Βλαντίμιρ Πούτιν, δήλωσε ότι τριμερείς διαπραγματεύσεις Ρωσίας/Ουκρανίας/ΗΠΑ θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν στο Άμπου Ντάμπι μετά τις 4 Νοεμβρίου. Υπενθύμισε ότι η προηγούμενη προσφορά της Μόσχας, από τις 18 έως τις 20 Σεπτεμβρίου, είχε απορριφθεί από την ουκρανική πλευρά [7].

Ο Ντμίτρι Πεσκόφ, εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, σχολίασε την αναζήτηση από την ΕΕ ενός διαπραγματευτή, χωρίς όμως να κάνει τίποτα. «Μιλούν ακόμη, και δεν λαμβάνουν καμία απόφαση». Σχετικά με ενδεχόμενο διορισμό του Αλεξάντερ Στουμπ, Φινλανδού προέδρου, δήλωσε: «Αν υπάρχει διαπραγματευτής, είναι καλό. Αν είναι διαπραγματευτής που θα προσπαθήσει ειλικρινά να συμβάλει σε μια ειρηνική διευθέτηση, θα είναι ακόμη καλύτερα.»

Το Κρεμλίνο δεν κρύβει την προτίμησή του για τον Γκέρχαρντ Σρέντερ, πρώην καγκελάριο της Γερμανίας και νυν διαχειριστή της Gazprom.

Ο βουλευτής Λεονίντ Σλούτσκι, πρόεδρος του Φιλελεύθερου Δημοκρατικού Κόμματος (που ίδρυσε ο Βλαντίμιρ Ζιρινόφσκι), δήλωσε: «Το Κίεβο δεν επιδιώκει ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις. Ο Ζελένσκι έχει ήδη σαμποτάρει έναν σημαντικό τριμερή γύρο για την ουκρανική διασπορά με βίαιες επιδρομές στα εκλογικά κέντρα κατά τις εκλογές για την Κρατική Δούμα. Αποφάσισε να επαναλάβει αυτή την ενέργεια πριν προετοιμάσει τη συνάντηση στο Άμπου Ντάμπι. Η ΗΠΑκιακή πλευρά θα πρέπει επίσης να βγάλει τα συμπεράσματά της και να "μην παγώσει", αλλά να σταματήσει εντελώς κάθε στρατιωτική βοήθεια προς την Ουκρανία. Αυτό θα ήταν μια πραγματική συμβολή στην ειρηνευτική διαδικασία.»

Συνήθως, αυτό το κόμμα χρησιμοποιείται από το Κρεμλίνο για να πει δυνατά ό,τι η ευπρέπεια επιβάλλει να μην ειπωθεί.

Το Κρεμλίνο αποπέμπει χωρίς περιστροφές όλους όσοι προτείνουν δειλά μια απλή κατάπαυση του πυρός. Μιλά πλέον για μια πραγματική συνθήκη ειρήνης, με την πλήρη έννοια του όρου, με αποναζιστικοποίηση της χώρας.

Το σύνολο των δυνάμεων που μετέχουν στον «Συνασπισμό των Προθύμων» μετρά σήμερα τις συνέπειες όλων αυτών.

• Πώς θα αναγνωρίσουμε ότι, ναι, υπήρχαν «ολοκληρωτικοί εθνικιστές», «μπαντερίστες», εντός της ουκρανικής κυβέρνησης;

• Πώς θα αναγνωρίσουμε ότι δεν θεωρούσαν τους εαυτούς τους Σλάβους, αλλά σκόπευαν να εξοντώσουν όλους τους Σλάβους, Ουκρανούς και Ρώσους, μέχρι το τελευταίο παιδί;

• Πώς θα αναγνωρίσουμε ότι αυτοί οι άνθρωποι είναι εκείνοι που στηρίξαμε άφθονα με γενναία φορολογικά κονδύλια στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στον Καναδά;

Είναι πιθανό ότι μετά από αυτή τη σφαγή, που στοίχισε τη ζωή σε περισσότερα από ένα εκατομμύριο ανθρώπους, δεν θα την κοπανήσει μόνο ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι, αλλά και πολιτικοί ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Καναδά.

Ωστόσο, η Γερμανία, η Γαλλία, η Ιταλία, η Πολωνία και το Ηνωμένο Βασίλειο υπέγραψαν κοινή δήλωση στις 26 Οκτωβρίου υπογραμμίζοντας τη δέσμευσή τους προς την Ουκρανία και ανακοινώνοντας ότι δεσμεύονται να ενισχύσουν τον ρόλο τους στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ [8].

Μετάφραση
Κριστιάν Άκκυριά

[1] «Résolution 2202 du Conseil de sécurité», dite S/RES/2202 (2015), adoptée le 17 février 2015.

[2] «Plan d’attaque ukrainien», Révélé par l’Agence Tass, 9 mars 2022.

[4] Princes and Thieves: Jared Kushner and Mohamed bin Zayed’s Secret Plot to Remake the Middle East, Matthew Cole, Atria/One Signal Publishers.

[5] «@elonmusk», Elon Musk, X, October 25, 2026.

[6] Dmitri Medvedev, VK, 24 октября 2026 года.

[8] «Déclaration conjointes des ministres de la défense du E5», Ministère français de la Défense, 26 octobre 2026.