Translate

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αμερική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αμερική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2011

Αργεντινή και Ηνωμένες Πολιτείες: ύφεση, εξέγερση και ανάκτηση

Αργεντινή και Ηνωμένες Πολιτείες: ύφεση, εξέγερση και ανάκτηση
Γιατί κερδίζει η Κριστίνα Φερνάντες, γιατί χάνει ο Ομπάμα;
του Τζέιμς Πέτρας
Την περασμένη 23η Οκτωβρίου, η Κριστίνα Φερνάντες κέρδισε τις προεδρικές εκλογές της Αργεντινής με 54% των ψήφων, νικώντας τον πλησιέστερο αντίπαλο της με 37 πόντους διαφορά.  Ο συνασπισμός της προέδρου κέρδισε επίσης τις εκλογές για την Εθνοσυνέλευση, τη Γερουσία και την κυβέρνηση, όπως και σε 135 από τα 136 δημοτικά συμβούλια στην ευρύτερη περιοχή του Μπουένος Άιρες.

Αυτά τα αποτελέσματα έρχονται έντονα σε αντίθεση με την κατάσταση που αντιμετωπίζει ο Πρόεδρος Ομπάμα, ο οποίος σύμφωνα με πρόσφατες δημοσκοπήσεις, σέρνεται πίσω από τους ρεπουμπλικάνους υποψηφίους για την προεδρία και κινδυνεύει να χάσει τον έλεγχο των δύο κοινοβουλευτικών σωμάτων του Κογκρέσου στις επερχόμενες εκλογές του 2012.

Σε τι μπορούμε να αποδίδουμε αυτήν την αβυσσική  διαφορά στις επιλογές των ψηφοφόρων σε σχέση με αυτούς τους δύο επικεφαλής κρατών; Για να απαντηθεί το ερώτημα αυτό, είναι απαραίτητο να συγκρίνουμε, με μια ιστορική προοπτική, τις κοινωνικο-οικονομικές και εξωτερικές πολιτικές που εφαρμόζονται και να αναλύσουμε τις  λύσεις που δόθηκαν για τις οξείες οικονομικές κρίσεις.

Μεθοδολογία
Για να συγκρίνουμε τα αποτελέσματά τους, ας βάλουμε πρώτα την Κριστίνα Φερνάντες και τον Μπαράκ Ομπάμα στα αντίστοιχα ιστορικά περιβάλλοντα τους. Οι προκάτοχοι τους, ήτοι ο Τζορτζ Μπους και ο Νέστωρ Κίρσνερ (ο αποθανών σύζυγός της Κριστίνας Φερνάντες) ήταν και οι δύο αντιμέτωποι με σημαντικές οικονομικές και κοινωνικές κρίσεις. Ωστόσο, οι διαμετρικά αντίθετες απαντήσεις που έδωσαν έφεραν αποτελέσματα εξίσου διαμετρικά αντίθετα: από τη μια πλευρά, μια βιώσιμη και συνεχή ανάπτυξη στην Αργεντινή και από την άλλη, κρίσεις που βαθαίνουν και πολιτικές που οδήγησαν σε αποτυχίες στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Το ιστορικό πλαίσιο της Αργεντινής: ύφεση, εξέγερση και ανάκτηση
Από το 1998 έως το 2002, η Αργεντινή πέρασε την πιο βίαια κοινωνική και οικονομική κρίση στην ιστορία της. Η οικονομία είχει βυθιστεί από την ύφεση σε καθολική κρίση χρεοκοπίας και είχε φτάσει σε διψήφια αρνητική ανάπτυξη το 2001 - 2002. Το ποσοστό ανεργίας αυξήθηκε σε 25% και στο ποσοστό του 50% σε ορισμένες εργατικές περιοχές. Δεκάδες χιλιάδες επαγγελματίες βυθιστήκαν στη φτώχεια και σχημάτιζαν ουρές για ψωμί και σούπα κοντά στο προεδρικό μέγαρο. Εκατοντάδες χιλιάδες άνεργοι, οι «piqueteros», μπλόκαραν τους κύριους οδικούς άξονες και ορισμένοι επιτεθήκαν σε τρένα που μετέφεραν ζώα και σιτηρά που προορίζονταν για εξαγωγές. Οι τράπεζες έκλεισαν, αποτρέποντας εκατομμύρια αποταμιευτές να έχουν πρόσβαση στις καταθέσεις τους. Εκατομμύρια διαδηλωτές της μεσαίας τάξης οργάνωσαν συνοικιακά συμβούλια και συσπειρώθηκαν με τις συνελεύσεις των ανέργων. Η χώρα ήταν βαριά χρεωμένη και οι άνθρωποι είχαν γίνει πολύ φτωχοί. 
Η ψυχική διάθεση του λαού οδηγούσε απευθείας σε επαναστατική αντίδραση. Ο τότε Πρόεδρος Fernando de la Rua ανατράπηκε (2001), πολλοί διαδηλωτές τραυματίστηκαν ή σκοτώθηκαν, όταν η λαϊκή εξέγερση απείλησε να καταλάβει το προεδρικό μέγαρο. Στο τέλος του 2002, εκατοντάδες εργοστάσια σε πτώχευση είχαν «καταλειφθεί» και διοικούνταν από τους εργαζόμενους.
Η Αργεντινή ανέστειλε την πληρωμή του εξωτερικού χρέους της. Στις αρχές του 2003, Ο Νέστωρ Κίρσνερ εξελέγη πρόεδρος εν μέσω μιας συστημικής κρίσης.  Αντιτάχθηκε σε όλες τις πιέσεις για να συνεχίσει την εξόφληση του χρέους ή να καταστείλει τα λαϊκά κινήματα. Επέλεξε αντίθετα, να ξεκινήσει μια σειρά δημοσιών έργων έκτακτης ανάγκης. Ενέκρινε εξάλλου την πρόσληψη ανέργων με μισθό 150 πέσος, ένα μέτρο που επέτρεπε στο μισό εργατικό δυναμικό να καλύψει τις βασικές ανάγκες διαβίωσης του.

«Να φύγουν όλοι τους!»
Το πιο δημοφιλές σύνθημα των μαζικών κινημάτων που κατέλαβαν τις τραπεζο-εμπορικές γειτονιές, τα εργοστάσια, τα δημόσια κτίρια και τους δρόμους ήταν «Que se vayan todos » (Να φύγουν όλοι τους), που έκραζε την απόρριψη του συνόλου της πολιτικής τάξης, των πολιτικών κομμάτων και των ηγετών τους, του Κογκρέσο και των προέδρων.  Ωστόσο, ενώ τα κινήματα ήταν μεγάλα, μαχητικά και ενωμένα για αυτά που απέρριπταν, δεν είχαν κανένα συνεκτικό πρόγραμμα για να αναλάβουν τα ηνία της εξουσίας ούτε πολιτική δύναμη σε εθνικό επίπεδο για να τα καθοδηγήσει. Μετά από δύο χρόνια αναταραχής, ο λαός πήγε στις κάλπες και εξέλεξε τον Νέστωρα Κίρσνερ, με την εντολή «παρήγαγε η θα πεθάνεις». Ο Κίρτσνερ έλαβε καλά το μήνυμα, τουλάχιστον από την άποψη της δίκαιης ανάπτυξης.

Το ιστορικό περιβάλλον στις Ηνωμένες Πολιτείες υπό τους Μπους και Ομπάμα
Τα τελευταία χρόνια της κυβέρνησης Μπους και η προεδρία του Ομπάμα συνέπεσαν με την πιο σοβαρή κοινωνική και οικονομική κρίση μετά τη Μεγάλη Ύφεση της δεκαετίας του 1930. Το 2009, η ανεργία και η υποαπασχόληση επηρέαζαν σχεδόν το ένα τρίτο των εργαζομένων, εκατομμύρια σπίτια κατασχέθηκαν, οι πτωχεύσεις αυξήθηκαν και οι τράπεζες ήταν στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Η αρνητική ανάπτυξη και η κατακόρυφη πτώση των εσόδων προκάλεσαν την έκρηξη της φτώχειας και του αριθμού των δικαιούχων της επισιτιστικής βοήθειας. 
Όπως και οι Αργεντινοί, οι δυσαρεστημένοι πολίτες προσήλθαν στις κάλπες, αλλά παρασύρθηκαν από μια δημαγωγική ρητορική της «αλλαγής» και εναπόθεσαν τις ελπίδες τους στον Ομπάμα. Οι Δημοκρατικοί κέρδισαν την προεδρία και την πλειοψηφία στα δύο σώματα, Κογκρέσο και Γερουσία. 
Η πρώτη προτεραιότητα του νέου προέδρου και του Κογκρέσου ήταν να πληρώσουν δισεκατομμύρια δισεκατομμυρίων δολαρίων για τη διάσωση των τραπεζών, παρά το υψηλό ποσοστό ανεργίας και την ύφεση που επιδίνονταν. 
Η δεύτερη ήταν να ενισχύσουν και να επεκτείνουν τους αυτοκρατορικούς πολέμους στο υπερπόντιο.

Ο Ομπάμα έστειλε 30.000 επιπλέον στρατιώτες στο Αφγανιστάν, αύξησε το στρατιωτικό προϋπολογισμό στα 750 δισεκατομμύρια δολάρια, ξεκίνησε νέες πολεμικές επιχειρήσεις στη Σομαλία, Υεμένη, Λιβύη, το Πακιστάν και αλλού, αύξησε την στρατιωτική βοήθεια προς το αποικιακό στρατό του Ισραήλ, υπέγραψε στρατιωτικές συμφωνίες με χώρες της Ασίας (Ινδία, Φιλιππίνες, Αυστραλία) κοντά στην Κίνα. Επιπλέον, έθεσε την επέκταση της στρατιωτικοποιημένης αυτοκρατορίας  ως ύψιστη προτεραιότητα, και κατασπατάλησε το δημόσιο ταμείο και τα δημόσια κεφάλαια για να χρηματοδοτήσει την αναβίωση της εθνικής οικονομίας και να μειώσει την ανεργία.

Από την πλευρά τους, οι Πρόεδροι Κίρσνερ και Φερνάντες περιόρισαν τις εξουσίες των στρατιωτικών, περίκοψαν τις δαπάνες του στρατού και επένδυσαν τα έσοδα τους κράτους σε προγράμματα απασχόλησης, σε παραγωγικές επενδύσεις και στις μη παραδοσιακές εξαγωγές.

Υπό τον Ομπάμα, η κρίση έδωσε την αφορμή για την ενίσχυση και την αναζωογόνηση της οικονομικής ισχύος της Wall Street. Ο Λευκός Οίκος αύξησε τον στρατιωτικό προϋπολογισμό για την επέκταση των αυτοκρατορικών πολέμων του, με ανάλογη επιδείνωση του ελλείμματος του προϋπολογισμού, και πρότεινε σε συνεχεία  να μειωθούν  τα κοινωνικά προγράμματα κάνοντας περικοπές ως επί το πλείστον .

Αργεντινή, από τη κρίση σε δυναμική ανάπτυξη
Στην Αργεντινή, η οικονομική καταστροφή και η λαϊκή εξέγερση έδωσαν στον Κίρσνερ την ευκαιρία να αλλάξει πορεία και να εγκαταλείψει τον μιλιταρισμό και την κερδοσκοπική λεηλασία προς όφελος κοινωνικών προγραμμάτων και της βιώσιμης οικονομικής ανάπτυξης.
Οι εκλογικές νίκες του Κίρσνερ και έπειτα της Φερνάντες αντανακλούν την επιτυχία τους στη δημιουργία ενός «κανονικού» καπιταλιστικού κράτους- πρόνοιας, μια από τις πιο ευχάριστες αλλαγές μετά από 30 χρόνια νεοφιλελεύθερων ληστρικών καθεστώτων που υποστηρίζονταν από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Μεταξύ 1966 και 2002, η Αργεντινή βίωσε τη βιαιότητα των στρατιωτικών δικτατοριών συμπεριλαμβανομένων των γενοκτονικών στρατηγών που δολοφόνησαν 30.000 ανθρώπους στη περίοδο 1976 - 1982. Από το 1983 έως το 1989, γνώρισε ένα νεοφιλελεύθερο καθεστώς (Ραούλ Αλφονσίν) που δεν ήταν σε θέση να διαχειριστεί την κληρονομιά της δικτατορίας και με το οποίο ο υπερπληθωρισμός έφτασε στα τριψήφια. Από το 1989 έως το 1999, υπό την προεδρία του Κάρλος Μένεμ, η Αργεντινή έζησε τις πωλήσεις των πιο προσοδοφόρων στοιχείων της -δημόσιων επιχειρήσεων, φυσικών πόρων (συμπεριλαμβανομένων του πετρελαίου της), τραπεζών, εθνικών οδών, δημόσιων τουαλετών και ζωολογικών κήπων- που πουλήθηκαν για ένα κομμάτι ψωμί σε ξένους επενδυτές και ολόκληρη κλίκα κλεπτοκρατών.

Τέλος, ο Fernando de la Rua (2000 - 2001), παρά τις υποσχέσεις για αλλαγή, επιδεινώσε την ύφεση, η οποία οδήγησε στην κατάρρευση το Δεκέμβριο του 2001, στο κλείσιμο των τραπεζών, την πτώχευση 10.000  εταιρειών και την ολοκληρωτική κατάρρευση της οικονομίας.
Σε αυτό το πλαίσιο της ολικής αποτυχίας και της ανθρώπινης καταστροφής που προκλήθηκαν από φιλελεύθερες πολιτικές που υποστήριζαν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το ΔΝΤ, οι πρόεδροι της Αργεντινής Κίρσνερ και Φερνάντες κήρυξαν στάση πληρωμής του εξωτερικού χρέους, εθνικοποίησαν εκ νέου πολλές ιδιωτικές εταιρείες και τα συνταξιοδοτικά ταμεία, επέβαλαν ασφυκτικά περιοριστικά μέτρα στις τράπεζες, διπλασίασαν τις κοινωνικές δαπάνες, αύξησαν τις δημόσιες επενδύσεις στην παραγωγή και αύξησαν την κατανάλωση. Στα τέλη του 2003, ο ρυθμός ανάπτυξης της χώρας από αρνητικό πρόσημο πέρασε στο +8%.

Ανθρώπινα δικαιώματα, κοινωνικά προγράμματα και ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική
Η Αργεντινή είδε την οικονομία της να αυξάνεται κατά περισσότερο από 90% μεταξύ 2003 και 2011, ήτοι τρεις φορές περισσότερο από ό, τι στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η αναβίωση αυτή συνοδεύτηκε από κοινωνικές δαπάνες που τριπλασιάστηκαν, συμπεριλαμβανομένων των προγραμμάτων που είναι αφιερωμένα στη μείωση της φτώχειας. Το ποσοστό των Αργεντινών που θεωρούνται φτωχοί μειώθηκε από πάνω από 50% το 2001 σε λιγότερο από 15% το 2011. Κατά τη διάρκεια της ίδιας δεκαετίας, στις Ηνωμένες Πολιτείες, η φτώχεια αυξήθηκε από 12% στο 17%.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες έγιναν η χώρα με τις πιο έντονες ανισότητες ανάμεσα στις χώρες του ΟΟΣΑ, με το 1% του πληθυσμού που ελέγχει το 40% του πλούτου (έναντι 30%, 10 χρόνια πριν). Στην Αργεντινή, οι ανισότητες μειώθηκαν κατά το ήμισυ. Η οικονομία των ΗΠΑ απέτυχε να ανακάμψει από τη σοβαρή ύφεση του 2008-2009, κατά την οποία μειώθηκε κατά 8%. Η Αργεντινή πέρασε από  -1% το 2009 και έφτασε σε ένα δυνατό +8% το 2010-2011.
Η Αργεντινή εθνικοποίησε τα συνταξιοδοτικά ταμεία της, διπλασίασε τις βασικές συντάξεις και εισήγαγε μια νέα πρωτότυπη υπηρεσία για την προστασία των παιδιών για την αντιμετώπιση του υποσιτισμού και την εξασφάλιση του υποχρεωτικού σχολείου. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, το 20% των παιδιών υποσιτίζονται, το ποσοστό απουσιών των εφήβων στα σχολεία αυξάνει και ο υποσιτισμός πλήττει πάνω από το 25% των ανηλίκων. Με την ανακοίνωση των περικοπών στους τομείς της υγείας και της εκπαίδευσης, οι κοινωνικές συνθήκες δεν μπορούν παρά να επιδεινωθούν. Στην Αργεντινή, το εισόδημα των εργαζομένων και των απασχολουμένων αυξήθηκε κατά περισσότερο από 50% σε πραγματικούς όρους κατά τα τελευταία 10 χρόνια, ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες, μειώθηκαν κατά σχεδόν 10%.
Η δυναμική ανάπτυξη του ΑΕΠ της Αργεντινής οφείλεται στην αύξηση της εσωτερικής κατανάλωσης και στα σημαντικά κέρδη από τις εξαγωγές. Το μεγάλο εμπορικό πλεόνασμα της στηρίζεται σε ευνοϊκές τιμές της αγοράς και στην ανταγωνιστικότητα που βελτιώνεται συνεχώς. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η εγχώρια κατανάλωση παραμένει στάσιμη, το εμπορικό έλλειμμα φτάνει κοντά στο 1,5 δισεκατομμύριο δισεκατομμυρίων, και τα έσοδα του κράτους λεηλατούνται  από τα στρατιωτικά μη παραγωγικά έξοδα, πάνω από 900 δισ. Δολάρια ετησίως.

Ενώ στην Αργεντινή, η πολιτική της στάσης πληρωμής του χρέους υποβλήθηκε σαν συνέπεια της λαϊκής εξέγερσης και των μαζικών κινημάτων, στις Ηνωμένες Πολιτείες, η δημόσια δυσαρέσκεια διοχετεύτηκε προς την εκλογή ενός χρηματοπιστωτικού απατεώνα της Wall Street: τον Μπάρακ Ομπάμα. Ο τελευταίος έσπευσε να θέσει τους κρατικούς πόρους στην διάσωση της οικονομικής ελίτ, αντί να την αφήσει να χρεοκοπήσει και να δημιουργήσει την ανάπτυξη, την ανταγωνιστικότητα και την κοινωνική κατανάλωση.

Οι εναλλακτικές λύσεις της Αργεντινής για τις διασώσεις και την φτώχεια
Η περίπτωση της Αργεντινής αντικρούει όλες τις αρχές που ακολουθούνται από τους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς (ΔΝΤ, Παγκόσμια Τράπεζα),από όλους τους πολιτικούς υποστηρικτές  και τους οικονομικούς τους δημοσιογράφους. Από το πρώτο έτος (2003) της ανάκαμψης της Αργεντινής μέχρι σήμερα, οι ειδικοί «προέβλεπαν» μια μη βιώσιμη ανάπτυξη -η οποία όμως συνεχισε με εντατικό ρυθμό για περισσότερο από μια δεκαετία. Οι αναλυτές προέβλεψαν ότι η επιλογή της στάσης πληρωμών θα οδηγούσε την Αργεντινή στον αποκλεισμό της από τις χρηματοπιστωτικές αγορές που θα οδηγούσε με τη σειρά του σε κατάρρευση της αγοράς και της οικονομίας της. Η Αργεντινή ποντάρισε στην αυτο-χρηματοδότηση από τα έσοδα των εξαγωγών και σε αναβίωση της εθνικής οικονομίας, αντικρούοντας τους πιο διάσημους οικονομολόγους.

Βλέποντας την ανάπτυξη να συνεχιστεί, οι παρατηρητές των Financial Times και της Wall Street Journal, εκτίμησαν ότι θα λήξει όταν οι «ασυνήθιστές ικανότητες θα εξαντληθούν».  Αντίθετα, η αύξηση των κερδών επέτρεψε την χρηματοδότηση της επέκτασης της εσωτερικής αγοράς και την εκμετάλλευση των δυνατοτήτων, ιδιαίτερα σε νέες αγορές στην Ασία και τη Βραζιλία.
Στις 25 Οκτωβρίου, οι χρονικογράφοι των Financial Times φλυαρούσαν περί των «μελλοντικών κρίσεων» με εκφράσεις που θυμίζουν τους κήρυκες της Αποκάλυψης.  Επανέλαβαν την κριτική τους για υψηλό πληθωρισμό, για μη βιώσιμα κοινωνικά προγράμματα, για υπερτιμημένο νόμισμα, για να αναγγείλουν το τέλος της ευημερίας. Αλλά οι προειδοποιήσεις τους, τις διαλαλούσαν σε ένα περιβάλλον όπου η ανάπτυξη είναι ακόμη στο 8% για το 2011 και όπου η Κριστίνα Φερνάντες κέρδισε τις εκλογές με συντριπτική πλειοψηφία. 
Οι Αγγλοαμερικανοί οικονομικοί γραφείς καλά θα έκαναν να στρέφουν τον φακό τους προς την παρακμή των καθεστώτων ελεύθερων συναλλαγών τους στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική, αντί να περιφρονούν ένα οικονομικό πείραμα που έχει πολλά να τους διδάξει.

Απαντώντας σε κριτικές που προέρχονται από τη Wall Street, ο Mark Weisbrot και οι συνεργάτες του υπογράμμισαν («Η Success Story της Αργεντινής», Κέντρο Έρευνας Κακής Οικονομικής Πολιτικής, Οκτώβριος 2011) ότι η ανάπτυξη στην Αργεντινή βασίστηκε στην αύξηση της εγχώριας κατανάλωσης, στις εξαγωγές των βιομηχανικών προϊόντων προς περιφερειακούς εταίρους καθώς και στις παραδοσιακές εξαγωγές μεταλλευμάτων και τροφίμων προς την Ασία. Με άλλα λόγια, η Αργεντινή δεν εξαρτάται πλήρως από τις εξαγωγές πρώτων υλών. Το εμπόριο της είναι ισορροπημένο και δεν εξαρτάται υπερβολικά από τις τιμές των πρώτων υλών. Όσον αφορά τον πληθωρισμό, ο Weisbrot σημείωσε ότι «μπορεί να είναι υψηλός, αλλά αυτό που έχει σημασία για την ευημερία της συντριπτικής πλειοψηφίας του πληθυσμού, είναι η πραγματική ανάπτυξη και η κατανομή του εισοδήματος».

Υπό τους Μπους και Ομπάμα, οι ΗΠΑ ακολούθησαν ένα διεστραμμένο τελείως αποκλίνοντα δρόμο: έδωσαν προτεραιότητα στις στρατιωτικές δαπάνες και την ενίσχυση του μηχανισμού ασφαλείας σε βάρος της παραγωγικής οικονομίας. Ο Ομπάμα και το Κογκρέσο έχουν αναπτύξει την κρατική αστυνόμευση, με αυξημένη πολιτική επιρροή της για τις οπισθοδρομικές δημοσιονομικές πολιτικές και όλο και περισσότερο παραβιάζονται τα ανθρώπινα δικαιώματα και τα πολιτικά δικαιώματα. Οι Κίρσνερ και Φερνάντεζ, εν τω μεταξύ, εξεδίωξαν δεκάδες καταπατητές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από την αστυνομία και το στρατό, και μείωσαν την πολιτική εξουσία των στρατιωτικών.

Σε τελική ανάλυση, οι Αργεντινοί πρόεδροι αποδυνάμωσαν το μιλιταριστικό μπλοκ πίεσης το οποίο τάσσεται περισσότερο υπέρ της αύξησης των δαπανών για όπλα και την ασφάλεια. Δημιούργησαν μια κατάσταση πιο ευνοϊκή για το πολιτικό σχέδιο τους βασισμένο στην χρηματοδότησή της οικονομικής ανταγωνιστικότητας, νέων αγορών και κοινωνικών προγραμμάτων. Οι Μπους και Ομπάμα αναζωογόνησαν την παρασιτική οικονομία, επιδεινώνοντας έτσι την οικονομική ανισορροπία. Οι Κίρσνερ και Φερνάντεζ διασφάλισαν συνθήκες τέτοιες ώστε ο τραπεζικός τομέας να χρηματοδοτήσει την ανάπτυξη των εξαγωγών, της μεταποίησης και της εγχώριας κατανάλωσης. Ο Ομπάμα μείωσε την κατανάλωση για να πληρώσει τους πιστωτές. Οι Κίρσνερ και Φερνάντεζ επέβαλαν μια μείωση 75% στους κατόχους ομολόγων για την χρηματοδότηση των κοινωνικών δαπανών.

Οι Κίρσνερ και Φερνάντεζ κέρδισαν τρεις προεδρικές εκλογές, με τεράστιο προβάδισμα. Μπορεί ο Ομπάμα να περιοριστεί σε μία θητεία, παρά το αστρονομικό ποσό –μετρημένο σε δισ. δολάρια- το οποίο καταβλήθηκε για την εκστρατεία του από την Wall Street, από τη στρατιωτική βιομηχανία και τα δίκτυα υπέρ του Ισραήλ.
Η λαϊκή αντιπολίτευση  κατά του Ομπάμα, όπως το κίνημα «Κατάληψη της Wall Street», έχει πολύ δρόμο ακόμα να διανύσει για να ισοφαρίσει τα κινήματα της Αργεντινής τα οποία έριξαν εγκαταστημένους προέδρους, μπλόκαραν αυτοκινητόδρομους για να παραλύσουν την κυκλοφορία και την παραγωγή, και επέβαλαν μια κοινωνική ατζέντα που έθετε προτεραιότητα στην παραγωγή παρά στη χρηματοπιστωτική αγορά,  στη κατανάλωση παρά στις στρατιωτικές δαπάνες. Το «Occupy Wall Street» έκανε ένα πρώτο βήμα προς την κινητοποίηση εκατομμυρίων ενεργών συμμετεχόντων για να δημιουργήσουν αυτόν τον κοινωνικό μοχλό που επέτρεψε στην Αργεντινή να μετακινηθεί από κράτος-πελάτη τύπου αμερικανικού κράτους, σε ανεξάρτητο και δυναμικό κράτος πρόνοιας.

Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2011

Η Τριμερής Επιτροπή ελέγχει την κυβέρνηση Ομπάμα

Η Τριμερής Επιτροπή ελέγχει την κυβέρνηση Ομπάμα
του Patrick Wood
Η ολιγαρχία των ΗΠΑ υπερασπίζεται τα ταξικά συμφέροντα της και ελέγχει την πολιτική εξουσία σε εθνικό επίπεδο στηριγμένη σε μυστικές οργανώσεις, όπως η Skull & Bones ή αποκλειστικές λέσχες όπως το Συμβούλιο των Εξωτερικών Σχέσεων (Council on Foreign Relations , CFR). 
Σε διεθνές επίπεδο, χρησιμοποιεί ελιτίστικες ομάδες, όπως η Λέσχη Bilderberg η οποία  επιδιώκει να εντάξει στο σχέδιο της τις ολιγαρχίες άλλων χωρών για την εδραίωση μιας παγκόσμιας διακυβέρνησης. Ο Patrick Wood εξηγεί πως λειτουργεί η Τριμερής Επιτροπή, ένα άλλο κομμάτι αυτού του σύνθετου συστήματος, της οποίας ο ρόλος έφερε στο φως πρόσφατα με το διορισμό του επικεφαλής της στο τμήμα Ευρώπης Mario Monti, ως πρωθυπουργού της Ιταλίας.

Κατά τη διάρκεια του πρώτου δεκαημέρου της προεδρίας του, ο Μπαράκ Ομπάμα διορίσει έντεκα ανώτερους αξιωματούχους από τη Τριμερή Επιτροπή σε θέσεις κλειδιά της διοίκησης του, εισάγοντας έτσι μια ισχυρή εξωτερική δύναμη στην ηγεσία της κυβέρνησής του, αλλά με μια βασική ατζέντα  που επιφέρει περισσότερα ζημιά στους πολίτες των Ηνωμένων Πολιτειών.
Εκτός από αυτούς τους  διορισμούς, ο Ομπάμα κάλεσε στον Λευκό Οίκο μερικά επιφανή μέλη της Τριμερούς Επιτροπής, συμπεριλαμβανομένου του Zbigniew Brzezinski, του κύριου σύμβουλου εξωτερικής πολιτικής του. Ο Brzezinski είναι συν-ιδρυτής της Επιτροπής (1973) με τον David Rockefeller.

Ο Κίσινγκερ, πρώην  υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ είναι ο πραγματικός εργατικός αστράγαλος της ολιγαρχίας των ΗΠΑ.
Η Τριμερής Επιτροπή φέρνει μεγάλη ευθύνη για τη σημερινή κατάσταση του κόσμου. Ιδρύθηκε το 1973 ως ένα παγκόσμιο φόρουμ «στοχαστών», που έγιναν οι αρχιτέκτονες της πολυεθνικής στροφής που πήρε ο καπιταλισμός προς την κατεύθυνση της ριζοσπαστικοποίησης του πιο κλασικού ρεύματος της οικονομίας, της κεϋνσιανής σχολής σκέψης: ο ρόλος του Κράτους, η εντατικοποίηση της  διεθνούς εκμετάλλευσης της εργασίας, η παγκόσμια στρατιωτική ηγεμονία των πλουσιοτέρων χωρών στον κόσμο και των πολυεθνικών εταιρειών τους.

Η Τριμερής Επιτροπή είναι ένα είδος μεγάλου παγκόσμιου πολιτικού κόμματος. Σύμφωνα με την ιστοσελίδα της, ιδρύθηκε από προσωπικότητες από την Ιαπωνία, την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη Βόρεια Αμερική (ΗΠΑ και Καναδάς), με σκοπό να προωθήσει και να αναπτύξει στενότερη συνεργασία μεταξύ των βασικών δημοκρατικών και βιομηχανικών περιοχών του κόσμου [σε αντίθεση με το σοσιαλιστικό στρατόπεδο της εποχής εκείνης] για να μοιραστούν τις ευθύνες στην κατεύθυνση ενός ευρύτερου διεθνούς συστήματος.

Σύμφωνα με την επίσημη λίστα της, η Τριμερής Επιτροπή μετράει 424 μέλη, εκ των οποίων μόνο τα 87 είναι Αμερικανοί. Έτσι, κατά τη διάρκεια των δύο πρώτων εβδομάδων του στο Λευκό Οίκο, ο αριθμός των κυβερνητικών στελεχών που διορίστηκαν από τον Ομπάμα είναι το 12% της εκπροσώπησης των ΗΠΑ στην Επιτροπή. Διατηρεί άλλους δεσμούς με τη Τριμερή Επιτροπή, όπως για παράδειγμα την παρουσία ως μόνιμο μέλος του Ουίλιαμ Τζέφερσον Κλίντον, συζύγου της υπουργού Εξωτερικών Χίλαρι Κλίντον. Εδώ είναι τα έντεκα πρόσωπα που διορίστηκαν από τον Ομπάμα:

·         Tim Geithner, υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ 
·         Σούζαν Ράις, πρεσβευτής στα Ηνωμένα Έθνη 
·         ο Στρατηγός James L. Jones, Σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας 
·         Thomas Donilon, σύμβουλος για θέματα εθνικής ασφάλειας  
·         Paul Volker, πρόεδρος της Επιτροπής για την οικονομική ανάκαμψη  
·         Ναύαρχος Dennis C. Blair, διευθυντής της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών  
·         Kurt M. Campbell, Βοηθός Υπουργός Εξωτερικών για την Ασία και τον Ειρηνικό  
·         James Steinberg, αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών 
·         Richard Haass, ειδικός απεσταλμένος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ  
·         Ντένις Ρος, ειδικός απεσταλμένος του Τμήματος κράτος  
·         Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ, ειδικός απεσταλμένος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ

Η κυβέρνηση Ομπάμα και η Τριμερής Επιτροπή διατηρούν πολλές άλλες σχέσεις. Για παράδειγμα, αναφέρουμε την άτυπη ομάδα των συμβούλων του υπουργού Οικονομικών των ΗΠΑ Tim Geithner με τα μέλη της Επιτροπής, Ε. Gerald Corrigan, τραπεζίτη και πρώιν πρόεδρο της Federal Reserve, Paul Volker, το σημερινό σκεπτόμενο μυαλό για την οικονομική ανάκαμψη του Ομπάμα, τον Alan Greenspan,  τελευταίο επικεφαλής της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, και τον Peter G.Paterson, εξέχων τραπεζίτη και επενδυτή.

Φρέσκος απόφοιτος του Πανεπιστημίου, ο Geithner έβαλε αμέσως το εαυτό του στην υπηρεσία του «τριμερίτη» Χένρι Κίσινγκερ, στα γραφεία Κίσινγκερ & Συνεργάτες. Ένα άλλο μέλος της Τριμερούς Επιτροπής ο Στρατηγός Brent Scowcroft, ένας έμπορος που έγινε τραπεζίτης, ήταν άτυπος σύμβουλος του Ομπάμα και μέντορας του σημερινού υπουργού Άμυνας Ρόμπερτ Γκέιτς. Ο Robert Zoelick, πρώην υπουργός Εμπορίου και σημερινός πρόεδρος της Παγκόσμιας Τράπεζας που διορίστηκε υπό τη διοίκηση Μπους, είναι επίσης μέλος της Επιτροπής.
Η ιστοσελίδα αναφέρει: «Η Τριμερής Επιτροπή αποτελείται από σχεδόν 400 διάσημα ονόματα από τον κόσμο των επιχειρήσεων, των μέσων μαζικής ενημέρωσης, των πανεπιστήμιων, των δημοσίων υπηρεσιών (εκτός από τους σημερινούς υπουργούς), των συνδικάτων και άλλων ΜΚΟ από τις τρεις περιοχές. Τρεις πρόεδροι (ένας από κάθε προαναφερομένη περιοχή του κόσμου), περιφερειακοί πρόεδροι, ένας αντιπρόεδρος και διευθυντές αποτελούν την διοίκηση της Τριμερούς Επιτροπής, σε συνεργασία με μια εκτελεστική επιτροπή, από περίπου σαράντα μέλη».

Από το 1973, η Τριμερής Επιτροπή συνεδριάζει τακτικά σε συνόδους ολομέλειας για να συζητήσουν τα πολιτικά μανιφέστα που αναπτύχθηκαν από τα μέλη της. Οι πολιτικές συζητούνται έως ότου επιτευχθεί συναίνεση. Τα μέλη επιστρέφουν στις χώρες τους για την εφαρμογή ή την επιβολή εφαρμογής των πολιτικών που εγκρίθηκαν με συναίνεση. Ο αρχική στόχος της Επιτροπής ήταν η εγκαθίδρυση μιας « νέας διεθνούς οικονομικής τάξης» [αυτό που σήμερα ονομάζουμε παγκοσμιοποίηση]. Ο σημερινός λόγος της ενθαρρύνει μια «στενότερη συνεργασία μεταξύ των κυρίαρχων δημοκρατικών βιομηχανικών περιοχών του κόσμου, οι οποίες αναλαμβάνουν κοινές ευθύνες στην καθοδήγηση ενός διευρυμένου διεθνούς συστήματος».

Αρχής γινόμενης από τη διοίκηση του Κάρτερ, τα μέλη της Τριμερούς Επιτροπής άσκησαν την επιρροή τους σε ανώτερες θέσεις που ελέγχονται από την κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών: έξι από τους τελευταίους οκτώ πρόεδρους της Παγκόσμιας Τράπεζας, τους πρόεδρους και αντιπροέδρους των Ηνωμένων Πολιτειών (εκτός από τον Ομπάμα και τον Μπάιντεν), περισσότερο από τους μισούς υπουργούς των Ηνωμένων Πολιτειών, και τα τρία τέταρτα των υπουργών Άμυνας.

Κατά την περίοδο 2009-2012, η ημερήσια διάταξη της Επιτροπής θα βασιστεί σε δύο κύριες πεποιθήσεις. Πρώτον, η Τριμερής Επιτροπή καλείται να διαδραματίσει μεγαλύτερο ρόλο από ποτέ για να διατηρήσει την επιμερισμένη ηγεσία των πλούσιων χωρών σε ένα ευρύτερο διεθνές σύστημα. Δεύτερον, η Επιτροπή «θα διευρυνθεί το πεδίο της για να αντανακλάσει τις ευρύτερες αλλαγές στον κόσμο».  Έτσι, η ιαπωνική ομάδα προάχθηκε σε ομάδα του Ασίας-Ειρηνικού η οποία περιλαμβάνει μέλη από την Κίνα και την Ινδία, ενώ προσωπικότητες από το Μεξικό προσχωρήσαν στην Ομάδα της Βόρειας Αμερικής (Καναδάς και ΗΠΑ). Η ευρωπαϊκή ομάδα συνεχίζει να αυξάνεται με τη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ενημερωτική προσθήκη από τον Patrick Wood
Το ζήτημα της «καταχρηστικής επιρροής» μας προκαλεί, όταν παρατηρούμε τον αριθμό των μελών της Τριμερούς Επιτροπής που διορίζονται σε υψηλές θέσεις στην κυβέρνηση Ομπάμα. Έχουν το πάνω χέρι σε τομείς που σχετίζονται με τις πιο πιεστικές εθνικές ανάγκες μας: χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση, εθνική ασφάλεια και εξωτερική πολιτική.

Η σύγκρουση συμφερόντων είναι ολοφάνερη. Με το 75% μη-Αμερικανών μελών, ποια επιρροή ασκεί αυτή η συντριπτική πλειοψηφία πάνω από το υπόλοιπο 25%; Για παράδειγμα, όταν η Chrysler τέθηκε υπό την προστασία και τον έλεγχο της αμερικανικής νομοθεσίας περί πτωχεύσεων στα πλαίσια του σχεδίου διάσωσης της κυβέρνησης Ομπάμα, επιτεύχθηκε μια βιαστική συμφωνία με τον ιταλικό όμιλο Fiat για να σώσει την εταιρεία. Το πρόσωπο που διορίστηκε για τη σύναψη της συμφωνίας ήταν ο υπουργός Οικονομικών Timothy Geithner, μέλος της Τριμερούς Επιτροπής. Θα εκπλαγείτε αν σας έλεγα ότι ο πρόεδρος της Fiat, Luca di Montezemolo, είναι επίσης μέλος της Επιτροπής; Το Κογκρέσο θα έπρεπε να του απαγορεύσει αυτή την εταιρική σχέση, από τη στιγμή που προτάθηκε.
Πολλοί Ευρωπαίοι μέλη της Τριμερούς Επιτροπής είναι, επίσης, υψηλά στελέχη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε ποιές πολιτικές και οικονομικές ταλαντώσεις υποβάλλονται από το αμερικανικό υποκατάστημα;

Αν γινόταν δημοψήφισμα για το θέμα, η συντριπτική πλειοψηφία των Αμερικανών θα έλεγαν ότι οι υποθέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών ανήκουν σε αυτούς, και ότι πρέπει να κλειστεί ο δρόμος της ξένης επιρροής που καθοδηγείται από προγράμματα που δεν είναι αμερικανικά. Αλλά η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών των ΗΠΑ δεν έχει καμία ιδέα για το τι εστί Τριμερής Επιτροπή, και πόσο μάλλον για την τεράστια δύναμη που έχει σφετεριστεί από το 1976, όταν ο Τζιμύ Κάρτερ έγινε το πρώτο μέλος της Τριμερούς εκλεγμένο πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών.

Υπό το πρίσμα της τρέχουσας οικονομικής κρίσης άνευ προηγούμενου, οι «τριμερίτες» θα ήταν καταδικασμένοι σε κατάρα αν διάβαζαν τις δηλώσεις του Ζμπίγκνιου Μπρεζίνσκι (συν-ιδρυτής της Επιτροπής με τον David Rockefeller) που αναφέρονταιε στο βιβλίο του που δημοσιεύθηκε το 1971 με τίτλο «Ανάμεσα σε δυο εποχές: ο ρόλος της Αμερικής στην τεχνοτρονική εποχή». Ο Brzezinski σημείωνε: «Το έθνος-κράτος ως βασική μονάδα της ανθρώπινης οργανωμένης ζωής έπαψε να αποτελεί την κύρια δημιουργική δύναμη: οι διεθνείς τράπεζες και οι πολυεθνικές επιχειρήσεις σήμερα είναι οι συντελεστές και οι αρχιτέκτονες με την έννοια που είχαν στο παρελθόν  αυτές οι λέξεις όταν μιλάγαμε για το έθνος-κράτος». [Με άλλα λόγια, πέταξε στο ντουλάπι τις βασικές έννοιες του έθνους-κράτους, της εθνικής κυριαρχίας της χώρας και του ρόλου του κράτους στην κοινωνία, για την υπεράσπιση του οράματος ενός κόσμου που κυβερνάται από τις τράπεζες και τις διεθνικές εταιρίες].
Είναι ακριβώς αυτό που ζούμε σήμερα σε όλους τους τομείς. Οι τράπεζες και οι παγκόσμιες εταιρείες είναι κύκλοι που σφίγγουν τη θηλιά γύρω από το έθνος-κράτος, συμπεριλαμβανομένων των Ηνωμένων Πολιτειών. Δεν έχουν κανένα σεβασμό για οποιοδήποτε θεσμό, ούτε το Κογκρέσο, ούτε τη βούληση των λαών.
Γιατί κρατήθηκαν οι πολίτες των ΗΠΑ στο σκοτάδι για ένα ζήτημα που υπονομεύει τα θεμέλια της χώρας μας;

Η Τριμερής Επιτροπή έχει τον έλεγχο των μεγάλων μέσων μαζικής ενημέρωσης.

Η απάντηση είναι απλή: μεταξύ των ιδιοκτητών των μέσων μαζικής ενημέρωσης πολλοί είναι μέλη της Τριμερούς Επιτροπής, και μπορούν να εκτρέψουν τις σχετικές αλλά ενοχλητικές πληροφορίες. Μεταξύ αυτών των ανθρώπων που παίρνουν τις αποφάσεις περιλαμβάνονται:
·         Ο David Bradley, πρόεδρος της εταιρείας Atlantic Media .  
·         Η Karen Elliot House, πρώην ανώτερη αντιπρόεδρος της Dow Jones & Company , και εκδότρια της Wall Street Journal , ιδιοκτησίας Rupert Murdoch. 
·         Ο Richard Plepler, συν-πρόεδρος της HBO .  
·         Charlie Rose, PBS, Δημόσιας Ραδιοφωνίας και Τηλεόρασης των Ηνωμένων Πολιτειών.  
·         Ο Fareed Zakaria, εκδότης του Newsweek  
·         Ο Mortimer Zuckerman, πρόεδρος της U.S. News & World Reports .

Υπάρχουν πολλές άλλες συνδέσεις με τα ανώτερα διοικητικά στελέχη των μέσων μαζικής ενημέρωσης, που προκύπτουν από τη ιδιοκτησία ή τη συμμετοχή στους μοχλούς ελέγχου των διακρατικών εταιριών και των κοινών μετόχων. 
Patrick Wood

Πέμπτη 20 Ιανουαρίου 2011

PÉROU • Le génocide oublié des Indiens du Putumayo
A la fin du XIXe siècle, des Blancs ont exploité et torturé des milliers d’esclaves indiens dans la région amazonienne du Pérou, afin de s’enrichir grâce à l’exploitation du latex.
 20.01.2011|Juana Hianaly Galeano|El Espectador

                      Culture de l’hévéa
Selon la FAO, près de 90 % du caoutchouc naturel est aujourd’hui produit en Asie du Sud-Est, où l’hévéa a été introduit au début du XXe siècle. En dépit de la suprématie du caoutchouc synthétique, le caoutchouc naturel reste indispensable dans la fabrication des pneus et continue de représenter 40 % de la demande mondiale de caoutchouc.

Κυριακή 9 Ιανουαρίου 2011

Les paysans haïtiens refusent l'aide de Monsanto
LE MONDE | 01.07.10 |
Saint-Domingue Correspondant

Cadeau empoisonné ou geste altruiste pour soulager la misère haïtienne ? La controverse entourant le don d'un lot de semences hybrides par le groupe d'agrochimie Monsanto a rejailli sur le gouvernement de René Préval, alors que les programmes de reconstruction peinent à se concrétiser près de six mois après le séisme qui a fait plus de 250 000 morts et 1,3 million de sinistrés.
La polémique a débuté mi-mai lorsque le Père spiritain Jean-Yves Urfié, un Breton, chimiste de formation, qui a longtemps vécu en Haïti, a dénoncé sur Internet le don par Monsanto de "475 tonnes de semences OGM". Aux Etats-Unis, la mobilisation des altermondialistes s'est amplifiée après la publication sur le site du Huffington Post, d'un article de Ronnie Cummins, de l'association des consommateurs de produits biologiques. Il y dénonçait les "pilules empoisonnées visant à refaire d'Haïti une colonie d'esclaves, non plus de la France, mais de Monsanto et des multinationales de l'agrobusiness".
Pour tenter de mettre fin à la controverse, le ministre haïtien de l'agriculture, Joanas Gué, a nié avoir accepté des semences d'organismes génétiquement modifiés (OGM) : "Nous avons pris toutes les précautions avant d'accepter l'offre de la multinationale Monsanto de faire un don de 475 947 kg de semences de maïs hybride ainsi que de 2 067 kilos de semences de légumes", a affirmé le ministre.
Malgré cette mise au point, une dizaine d'organisations paysannes membres du mouvement Via campesina ont poursuivi l'offensive contre "le cadeau empoisonné" de Monsanto. A l'appel du Mouvement des paysans de Papaye (MPP), plusieurs milliers d'agriculteurs, en chemises rouges et grands chapeaux de paille, ont manifesté le 4 juin à Hinche, dans la région du Plateau Central. Les slogans visaient Monsanto et le président haïtien, René Préval, accusé de "vendre le pays aux multinationales". Un petit lot de semences hybrides de maïs a été symboliquement brûlé à la fin de la manifestation.
"Nous nous battons pour notre souveraineté alimentaire et nos semences locales. Les dons de Monsanto sont une attaque contre l'agriculture paysanne et notre biodiversité", soutient Chavannes Jean-Baptiste, le leader du MPP. Selon ce proche de Danielle Mitterrand, "Monsanto profite du tremblement de terre pour entrer sur le marché des semences en Haïti".
Récemment reçu à Washington par les responsables de l'Usaid - l'Agence de coopération américaine, partenaire de Monsanto pour la distribution des semences, par le biais du Projet Winner -, M. Jean-Baptiste a plaidé en faveur de "l'agriculture paysanne qui contribue à refroidir la planète". "Pourquoi les produits biologiques sont-ils bons en Californie et pas en Haïti ?" interroge-t-il.
"Les semences hybrides doivent être achetées chaque année (leurs performances s'estompent et il n'est pas intéressant de ressemer les graines récoltées). Elles vont éliminer les semences locales qui existent depuis plus de deux siècles et rendre les paysans dépendants de l'agrobusiness", poursuit le militant. Selon Chavannes Jean-Baptiste, Haïti a suffisamment de semences traditionnelles mais les paysans manquent d'argent pour les acheter. "La plate-forme des organisations paysannes a acheté plus de 500 tonnes de semences que nous distribuons gratuitement, en priorité aux familles paysannes qui ont accueilli des déplacés du tremblement de terre", insiste le leader du MPP, qui a lancé un programme de construction de petits silos pour stocker les semences.
"Monsanto a fait une donation philanthropique au peuple d'Haïti et les paysans sont libres d'utiliser les semences qui leur conviennent le mieux", rétorque Darren Wallis, le porte-parole de Monsanto dont le siège est sur le site de Creve Coeur, dans le Missouri, aux Etats-Unis. "Les semences hybrides sont utilisées depuis des années par la République dominicaine voisine", ajoute-t-il. C'est au Forum mondial de Davos, en janvier, peu après le séisme, que le patron de Monsanto, Hugh Grant, et le vice-président, Jerry Steiner, ont eu l'idée de donner des semences pour un montant de 4 millions de dollars (3,3 millions d'euros). "Il est décourageant de voir certains inciter les paysans à brûler les semences Monsanto, car les victimes de ces actions seront les paysans et le peuple haïtiens", déplore M. Wallis.
Deux cargaisons de semences Monsanto, totalisant 130 tonnes, sont déjà arrivées en Haïti. Elles sont revendues à bas prix par le Projet Winner qui utilise les bénéfices pour acheter d'autres intrants et former les paysans. Les 345 tonnes restantes doivent être acheminées au cours des douze prochains mois. Selon Jean Robert Estimé, le directeur du Projet Winner, 10 000 paysans vont bénéficier de la donation de Monsanto. "Un don similaire de semences hybrides au Malawi en 2006 a permis de multiplier la production par cinq", affirme la multinationale.

Jean-Michel Caroit


L'insécurité alimentaire touche 25 % des habitants
L'agriculture est un pilier essentiel de la reconstruction d'Haïti après le séisme du 12 janvier. Les campagnes, où vivent près de 70 % de la population, ont accueilli des centaines de milliers de sinistrés.
L'insécurité alimentaire touche 2,4 millions de personnes, le quart de la population. Durant la phase d'urgence, jusqu'en mars, deux millions d'Haïtiens ont reçu une assistance du Programme alimentaire mondial (PAM). Elle ne concerne plus que 1,3 million de personnes : les enfants, les femmes enceintes et les travailleurs engagés dans les programmes "Argent ou nourriture contre travail".
Haïti importe aujourd'hui plus de 80 % de sa nourriture. Comme l'a reconnu l'ancien président américain Bill Clinton, les riziculteurs haïtiens ont été ruinés dans les années 1980 par les importations de riz américain subventionné, après le démantèlement des protections douanières imposé par les organismes internationaux.
Article paru dans l'édition du 02.07.10