Η σύνοδος κορυφής της G20 στο Γκαντιναγκάρ.

Το 1973 αθροίστηκαν η κορύφωση της πετρελαϊκής παράγωγης στις ΗΠΑ, το τέλος της μετατρεψιμότητας του δολαρίου σε χρυσό και η αύξηση των τιμών του ΟΠΕΚ μετά τον πόλεμο του Γιομ Κιπούρ. Είναι αυτό που ονομάζουμε το «πετρελαϊκό σοκ». Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Τζορτζ Σουλτς αποφάσισε να συντονίσει τις δυτικές απαντήσεις σε αυτήν την μεταβαλλόμενη κατάσταση. Συγκέντρωσε ανεπίσημα στη βιβλιοθήκη του Λευκού Οίκου τους υπουργούς οικονομικών της Δυτικής Γερμανίας, της Γαλλίας (Βαλερί Ζισκάρ ντ’ Εσταίν) και του Ηνωμένου Βασιλείου. Δύο χρόνια αργότερα, το 1975, ο Χέλμουτ Σμιτ και ο Βαλερί Ζισκάρ ντ’ Εσταίν, που έγιναν αντίστοιχα Καγκελάριος και Πρόεδρος της Δημοκρατίας, πρότειναν να ανεβάσουν αυτές τις άτυπες συναντήσεις σε επίπεδο αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων. Έτσι δημιουργήθηκε η G5, μετά η G6, η G7, η G8 και ξανά η G7.

Συνεπώς, η G7 δεν είναι θεσμός. Δεν ιδρύθηκε με διεθνείς συνθήκες, δεν έχει καταστατικό, ούτε μόνιμη γραμματεία. Είναι απλά ένα φόρουμ, ένας τόπος συζήτησης, όχι απόφασης. Ο μόνος κανόνας του αφορά την εκ περιτροπής προεδρία του. Για 48 χρόνια, δεν σταμάτησε ποτέ να μιλάει, υποσχόμενη θαύματα, αλλά δεν έκανε ποτέ τίποτα από αυτά που έλεγε. Κι αυτό γιατί, πίσω από κάποια εφέ δημοσιότητας, έκανε μυστικές συναντήσεις των οποίων τη σημασία καταλάβαμε μόνο εκ των υστέρων.

Η G7 συντόνισε τους κανόνες του οικονομικού παιχνιδιού. Έπεισε τους μη Αγγλοσάξονες να ανωνυμοποιήσουν το κεφάλαιο. Σε μισό αιώνα, τα δυτικά κράτη αποδέχθηκαν ότι δεν μπορούν πλέον να γνωρίζουν σε ποιον ανήκει οτιδήποτε. Το σύστημα των τραστ έχει γίνει ευρέως διαδεδομένο σε όλα τα κράτη μέλη, για παράδειγμα με τα «fiducies» (τραστ) στη Γαλλία. Στη G7 οφείλουμε τη σημερινή μορφή του καπιταλισμού όπου οι ιδιοκτήτες του κεφαλαίου μπορούν να λαμβάνουν αποφάσεις κρυφά που δεν θα τολμούσαν να πάρουν δημόσια.

Το 1999, η G7 στην Κολωνία αποφάσισε να συγκαλέσει μια συνάντηση υπουργών Οικονομίας και διευθυντών κεντρικών τραπεζών των μελών της και από 13 άλλα κράτη προκειμένου να συντονίσουν τις απαντήσεις τους στις οικονομικές κρίσεις. Μια κρίση συγκλόνισε την Ασία, η οποία κορυφώθηκε με την κρίση των ενυπόθηκων δανείων υψηλού κινδύνου στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στις συναντήσεις αυτές κυριαρχούσε ο Γερμανός υπουργός Χανς Άιχελ, ο οποίος βρισκόταν σε διαδικασία αναδιάρθρωσης της χώρας του. Εξασφάλισε ότι αυτή η ομάδα να μην ακολουθεί την αγγλοσαξονική επιταγή, αλλά να συμμορφωθεί με τους κανόνες των μη Αγγλοσαξόνων τραπεζιτών.

Με πρόταση του Γάλλου προέδρου Νικολά Σαρκοζί, και με την υποστήριξη του Ηνωμένου Βασιλείου, η ομάδα αυτή ανυψώθηκε σε επίπεδο αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων. Είναι η G20, μετά η G21. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Τζορτζ Μπους, νιώθοντας ότι τα πράγματα κινδύνευαν να ξεφύγουν από τον έλεγχο του, δεν συμφώνησε παρά μόνο αν η ομάδα συνεδρίαζε την πρώτη φορά υπό την προεδρία του στην Ουάσιγκτον.

Όχι περισσότερο από τη G7, η G20 δεν είναι θεσμός. Δεν ιδρύθηκε με διεθνείς συνθήκες, δεν έχει καταστατικό, ούτε μόνιμη γραμματεία. Είναι απλά ένα φόρουμ, ένας τόπος συζήτησης, όχι απόφασης. Εκτός του ότι από αυτή τη φορά, η πλειοψηφία δεν είναι πλέον δυτική. Τα κράτη που συγκλήθηκαν, κυρίως η Κίνα, δεν είναι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, αλλά αναπτυσσόμενες χώρες. Προσπάθησαν επομένως, να μην υιοθετήσουν πλέον τους κανόνες της αγγλοσαξονικής χρηματοπίστωσης, ούτε αυτούς του γερμανικού ομολόγου τους, αλλά αυτούς της ανάπτυξης όλων των μελών.

Η τελευταία σύνοδος κορυφής του Γκάντιναγκαρ σήμανε το τέλος της δυτικής επιρροής υπέρ της πολυπολικότητας. Συμβολικά, ο οικοδεσπότης και πρωθυπουργός της Ινδίας, Ναρέντρα Μόντι, προσκάλεσε ένα 21ο μόνιμο μέλος, την Αφρικανική Ένωση (AU). Αυτός ο θεσμός εκπροσωπεί 55 κράτη, εκ των οποίων μόνο ένα, η Νότια Αφρική, ήταν ήδη μέλος. Ωστόσο, η πολιτική ένωση ήταν ήδη λίγο πολύ μέλος μέσω του αναπτυξιακού της προγράμματος, της Νέας Συνεργασίας για την Ανάπτυξη της Αφρικής.

Όπως κάνουν σε όλες τις διεθνείς συναντήσεις, οι Δυτικοί προσπάθησαν να επιβάλουν το όραμά τους για τον κόσμο ενάντια στη Ρωσία και την Κίνα. Αγωνίστηκαν σκληρά, για περισσότερο από 200 ώρες συνεδριάσεων, έτσι ώστε το τελικό ανακοινωθέν να καταδικάζει την «απρόκλητη ρωσική επίθεση κατά της Ουκρανίας». Κατά την προηγούμενη σύνοδο, στο Μπαλί (Ινδονησία), ο πρόεδρος Τζόκο Ουιντόντο απέφυγε αυτή τη συζήτηση υπενθυμίζοντας ότι η G20 είναι ένα οικονομικό φόρουμ και όχι πολιτικό. Αυτή τη φορά, οι ρωσική και κινεζική αντιπροσωπείες, αντίθετα, αντέδρασαν προτείνοντας διαφορετική θέση. Η εκδοχή τους υιοθετήθηκε. Υπογραμμίζει την «ανάγκη επίλυσης όλων των συγκρούσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του καταστατικού χάρτη του ΟΗΕ» και επιμένει στο «δικαίωμα των λαών στην αυτοδιάθεση». Μπερδεμένοι, οι Δυτικοί συμφώνησαν να την υπογράψουν, διασφαλίζοντας ότι το ερμήνευσαν με τον δικό τους τρόπο: σύμφωνα με εκείνους, η Ρωσία δεν σέβεται τον καταστατικό χάρτη του ΟΗΕ επειδή δεν έχει το δικαίωμα να εφαρμόσει τις συμφωνίες του Μινσκ («υποχρέωση προστασίας») και το Ψήφισμα 2202 του Συμβουλίου Ασφαλείας. Όσον αφορά το δικαίωμα των λαών στην αυτοδιάθεση, ισχυρίζονται ότι δεν ισχύει για τους πληθυσμούς της Κριμαίας, του Ντονμπάς και της Νοβορωσίας.

Για να διατηρήσουν την τάξη τους, οι Δυτικοί ανακοίνωσαν ότι θα χρηματοδοτήσουν την κατασκευή ενός διαδρόμου που συνδέει την Ινδία με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Υπέγραψαν επίσημα μια συμφωνία αρχής μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών, της Ινδίας, της Σαουδικής Αραβίας, των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Γαλλίας, της Γερμανίας και της Ιταλίας. Στο μυαλό της κυβέρνησης Μπάιντεν, πρόκειται ταυτόχρονα να ευνοεί την Ινδία έναντι της Κίνας και να ανταγωνίζεται τους νέους κινεζικούς δρόμους του μεταξιού. Πρόκειται επίσης για τον αποκλεισμό της Αιγύπτου, της Συρίας, του Ιράκ, της Τουρκίας και του Ιράν από αυτή την εξέλιξη, προς όφελος του Ισραήλ. Αυτός ο διάδρομος θα συνδέει πράγματι τον Περσικό Κόλπο με το μεσογειακό λιμάνι της Χάιφα, μέσω της Αραβικής Χερσόνησου.

Μπορούμε ωστόσο να εκφράσουμε κάποιες αμφιβολίες. Το 2021, στη G7 στο Carbis Bay (Ηνωμένο Βασίλειο), η κυβέρνηση Μπάιντεν είχε ήδη ανακοινώσει το φαραωνικό έργο, Build Back Better World (B3W). Αυτό περιελάμβανε χρηματοδότηση δρόμων αξίας 40.000 δισεκατομμυρίων δολαρίων ικανών να συναγωνιστούν το έργο της κινεζικής Πρωτοβουλίας Belt and Road (BRI). Αυτό το πρόγραμμα επιβεβαιώθηκε από τις δύο διασκέψεις κορυφής της G7 που ακολούθησαν, αλλά η εφαρμογή του ακόμη εκκρεμεί. Ή πάλι, η Ευρωπαϊκή Ένωση, θέλοντας να ανταγωνιστεί τόσο την Κίνα όσο και με τον κυρίαρχό της, τις Ηνωμένες Πολιτείες, ανακοίνωσε το έργο της Global Gateway. Είναι λίγο πιο ρεαλιστικό αφού αφορά «μόνο» 300 δισεκατομμύρια δολάρια, αλλά είναι και αυτό μόνο στο στάδιο του πρωταρχικού σχεδίου. Όσο για το Ισραήλ, είχε ήδη παρουσιάσει τη διαδρομή του δρόμου Ινδίας-Ευρωπαϊκής Ένωσης όταν, το 2018, παρουσίασε το σχέδιο του Israel Katz (τότε Υπουργού Μεταφορών και Πληροφοριών). Τότε ήταν μόνο σιδηρόδρομοι.

Εντέλει, οι αναπτυσσόμενες χώρες ανέλαβαν την εξουσία στο κόρφο της G20. Δεν υπογράφουν πλέον τα κείμενα που τους υποβάλλουν οι Δυτικοί, αλλά αντίθετα τους βάζουν να υπογράψουν τα δικά τους. Συμφωνούν ακόμα να συμμετέχουν σε γενναιόδωρα δυτικά σχέδια, αλλά δεν έχουν αυταπάτες για το τι θα αποκτήσουν. Από εδώ και στο εξής, εκείνοι είναι που χτίζουν τον κόσμο.

Μετάφραση
Κριστιάν Άκκυριά